Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Ο καθρέπτης συνέχεια 2

                                       Ο καθρέπτης                                                           


Αισθάνθηκα ότι πέρασαν αρκετές ώρες, ώσπου στο βάθος του οπτικού μας πεδίου αντικρίσαμε σύννεφο φωτεινό, που το φως του ακτινοβολούσε σε μεγάλη απόσταση.Πλησιάσαμε και αρχίσαμε να βυθιζόμαστε αργά μέσα του.Μπροστά στα μάτια μας ένα υπέροχο χιονισμένο τοπίο άρχισε να ξετυλίγεται. Ήταν μια βουνοκορφή κατάφυτη με πελώρια χιονισμένα δέντρα. Από τα μεγάλα κλαδιά των δέντρων κρέμονταν αστραφτεροί σταλακτίτες, σε διάφορα σχέδια. Έμοιαζαν να έχουν φιλοτεχνηθεί από γλύπτες όπως οι πολυέλαιοι της Βικτοριανής εποχής. 
Περπατήσαμε για λίγο πάνω στο αφράτο κατάλευκο χιόνι και φτάσαμε σε ένα μεγάλο ξέφωτο. Στην μέση του ξέφωτου μία ολοστρόγγυλη παγωμένη λίμνη και δίπλα της ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι που όμοιο του δεν είχα  δει στη ζωή μου. (Ένα καταφύγιο, σκέφτηκα)
Έμοιαζε να στέκει εκεί για αιώνες, χωρίς να το έχει ακουμπήσει ο χρόνος. Οι πέτρες ήταν γκρι ιριδίζον  και με κάθε αλλαγή της οπτικής γωνίας που το κοιτούσες άλλαζαν το χρώμα τους. Η κεντρική ξύλινη θύρα, φάνταζε  αυτοκρατορική. Ανάγλυφα λουλούδια με μεγάλα πέταλα την διακοσμούσαν και στο κέντρο κάθε λουλουδιού,κεχριμπαρένια αστραφτερή γύρη σκόρπιζε φως.    
Διαβήκαμε το κεφαλάρι  και βρεθήκαμε σε μία μεγάλη σάλα, κατάμεστη από κόσμο. Τα πρόσωπα τους μου ήταν γνώριμα, αλλά από πού; Η σάλα ήταν αρκετά μεγάλη και στο κέντρο της, στέκονταν ένα συντριβάνι από λευκό χαλαζία.Είχε σχήμα σφαιρικό που αντανακλούσε τις χρυσές φλόγες των κεριών που αιωρούνταν παντού στον χώρο . Έμοιαζε με τον φωτοδότης ήλιο.
Καθώς διασχίζαμε την σάλα ,συζητήσεις ακούγονταν , ότι περιμέναμε και άλλες αφίξεις. Φαινόταν ότι όλοι τους γνώριζαν που ήμαστε και το λόγο που ήμαστε εκεί.Κάποια στιγμή άρχισαν να μοιράζουν τις δουλειές του σπιτιού.Εμένα μου ανέθεσαν ό,τι έχει σχέση με την κουζίνα.
Χωρίς δεύτερη σκέψη στρώθηκα στη δουλειά. Μάζεψα τα πιάτα από τα τραπέζια, πέταξα τα αποφάγια στο καλάθι, έπλυνα  τα πιάτα και τα έβαλα στα ράφια.Την ώρα που ετοίμαζα τα λαχανικά για να μαγειρέψω μία παρέα με πλησίασε.
-Είσαι κουρασμένη από το ταξίδι, έλα να κάνεις ένα διάλειμμα: είπε ο πρώτος.
Με οδήγησαν εώς την βεράντα και ο δεύτερος έβγαλε ένα μπλε πακέτο τσιγάρων και μου το πρόσφερε.
-Είναι για σένα.
Χωρίς να μιλήσω,το άνοιξα και μέσα του περιείχε λεπτά τσιγάρα, τυλιγμένα σε χρωματιστό τσιγαρόχαρτο.Έβγαλα ένα και το έβαλα στο στόμα. Ο τρίτος μου πρόσφερε φωτιά χωρίς να μιλήσει.
Το άναψα κοιτάζοντας το κατάλευκο τοπίο.Ομάδες ανθρώπων μάζευαν ξύλα για το τζάκι, άλλοι κουβαλούσαν τσουβάλια με αλεύρι και δημητριακά. Δίπλα στην λίμνη ψάρευαν με μακριά καλάμια, μέσα από μεγάλες τρύπες που είχαν χαράξει στον πάγο.Όλοι τους δούλευαν ομαδικά όπως οι μέλισσες  τα Καλοκαίρια, για να μαζέψουν γύρη και να κάνουν το μέλι.
Όταν έσβησα το τσιγάρο, παρατήρησα ότι στεκόμουν μόνη μου στην βεράντα.Επέστρεψα πίσω στην κουζίνα.Ένα πολύ γνώριμο πρόσωπο με περίμενε με υπομονετικά.
-Πρόσεχε! είπε  ψιθυριστά.
-Εδώ , σε αυτό το μυστικό ντουλάπι,έχει ότι χρειάζεσαι. Με το δείκτη  του δεξιού χεριού του, ακούμπησε  στο ζωγραφιστό τοίχο της κουζίνας.
Πλησίασα να δω από κοντά το ντουλάπι, μα μόνο ένα μοτίβο από ανθισμένα  λουλούδια έβλεπα.
΄Ήταν ένα μπουκέτο από τουλίπες και στο κέντρο δέσποζε μια κατακόκκινη παπαρούνα.Όμως δεν υπήρχε πουθενά ντουλάπι.
Την ώρα που σήκωσα ψηλά το βλέμμα μου να του απαντήσω,αντιλήφθηκα ότι είχε ήδη φύγει. Την ίδια στιγμή η πόρτα άνοιξε διάπλατα και παρέα των τριών με πλησίασε πάλι.
Ο πρώτος που μπήκε κρατούσε ένα μπουκάλι και ένα κουτάλι στα χέρια του.Το στόμα του βρώμικο από κάτι που είχε πιει πριν από λίγο.
-Έλα :είπε και άνοιξε το μπουκάλι.Άδειασε λίγο από το κόκκινο περιεχόμενο στο κουτάλι και το έφερα κοντά στο στόμα μου.
-Πιες το, θα σου κάνει καλό.
Διάφορες σκέψεις πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό μου.Δεν ήθελα να βάλω αυτό το υγρό στο στόμα μου.
-Όχι!  απάντησα  και την ώρα εκείνη, οι άλλοι δύο άρχισαν να πλησιάζουν απειλητικά.